Αρχική Ομιλίες - Λόγοι Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στὴ Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
en el fr
Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στὴ Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν Εκτύπωση

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἕνα μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶς προβάλλει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, καθὼς καὶ ἄφθονα ψυχωφελῆ διδάγματα.

Τὸ θαῦμα ἀφορᾶ στὴ θαυματουργικὴ ἴαση ἑνὸς παραλύτου, τὴ διπλὴ ἴασή του, καὶ τὴ σωματικὴ δηλαδὴ καὶ τὴν ψυχική. Κι ἀπὸ τὰ πλούσια πνευματικὰ νοήματα τῆς σημερινῆς περικοπῆς ξεχωρίζουν οἱ ἀρετὲς τῆς ἀγωνιστικότητας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς πίστης.

Ὁλοκληρώνοντας ὁ Δεσπότης μας Χριστὸς ἕνα πρῶτο κύκλο τῶν ἱεραποστολικῶν περιοδειῶν Του σὲ κωμοπόλεις τῆς Γαλιλαίας, ὅπου κήρυσσε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ θεράπευε τοὺς ποικιλότροπα ἀσθενοῦντες ἀνθρώπους, ἐπέστρεψε στὴν πόλη ποὺ ἐπέλεξε νὰ κατοικήσει, φεύγοντας ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, δηλαδὴ τὴν Καπερναούμ, ποὺ βρισκόταν στὶς ὄχθες τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδας. Κι ὅταν οἱ κάτοικοι τῆς Καπερναοὺμ τὸ πληροφορήθηκαν, πεινασμένοι καὶ διψασμένοι γιὰ λόγο Θεοῦ καὶ οὐράνια παρηγορία, ἔτρεξαν πλῆθος ἀπ᾿ αὐτούς, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ ἀκούσουν τὸν ἅγιο Διδάσκαλο καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία Του. Καί, τόσο πολλοὶ μαζεύτηκαν, πού, ὄχι μόνο τὸ σπίτι ὅλο γέμισε ἀσφυκτικά, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ χῶρος μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο. Τότε, ἐνῶ οἱ ὄχλοι ἄκουγαν ἀχόρταγα τὴ μελίρρυτη καὶ ψυχοτρόφο διδασκαλία τοῦ Κυρίου, μιὰ ἄλλη σκηνὴ ἀρχίζει νὰ ἐξελίσσεται. Τέσσερεις ἄνδρες φέρνουν πάνω σ᾿ ἕνα ξυλοκρέββατο ἕνα ταλαίπωρο ἀσθενὴ ἄνδρα, ἕνα τελείως παράλυτο, ἕνα ἄταφο νεκρό. Τόσο ὁ ἀσθενής, ὅσο καὶ οἱ φιλάνθρωποι ἐκεῖνοι ὑπηρέτες του, ἀκούγοντας πὼς ἦταν στὴν πόλη τους ὁ θαυμαστὸς ἐκεῖνος ἰατρός, ποὺ μ᾿ ἕνα Του λόγο φυγάδευε δαιμόνια, ἔπαυε πυρετούς, ἀνάσταινε νεκρούς, γιάτρευε κωφοὺς καὶ τυφλοὺς καὶ χωλούς, γεμᾶτοι πίστη καὶ ἐλπίδα, ἔτρεξαν νὰ τὸν βροῦν, γιὰ νὰ λάβουν τὴν ποθουμένη ἴαση τοῦ ἀσθενοῦς. Μὰ εἶχαν καθυστερήσει καὶ ὁ ὄχλος, σὰν ἀπροσπέλαστο τεῖχος, τοὺς ἔφραζε τὸν δρόμο πρὸς τὸν Δεσπότη Χριστό. Μάταια φώναζαν στοὺς ὄχλους ν᾿ ἀνοίξουν λίγο δρόμο, νὰ περάσουν μέσα τὸν ἄρρωστο. Τόσο προσηλωμένοι ἦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀκούγοντας τὴν οὐράνια τοῦ Κυρίου διδαχή, ποὺ δὲν τὸ κούναγαν ρούπι ἀπ᾿ ἐκεῖ.  Ἀλλ᾿ ὅμως ἡ πίστη καὶ ἀγάπη τῶν καλῶν ἐκείνων «Σαμαρειτῶν», ποὺ μετέφεραν τὸν ἀσθενή, δὲν κάμφθηκε. Κι ἀποφάσισαν νὰ τολμήσουν τὸ παράδοξο. Ἀνέβασαν μὲ τέχνες καὶ κόπους τὸν ἀσθενὴ στὴ στέγη καί, ἀφοῦ ἄνοιξαν ἐκεῖ μιὰ ὀπὴ μεγάλη τόσο, ὅσο νὰ χωράει τὸ κρεββάτι τοῦ παραλύτου, τὸν κατέβασαν προσεκτικὰ μὲ σχοινιὰ μπροστὰ στὸν Κύριο.

Κι ἐδῶ διερωτᾶται κανείς: Ὁ παντεπόπτης Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ποὺ βλέπει καὶ γνωρίζει, ὄχι μόνο τὰ φανερὰ καὶ κρυπτά, ἀλλὰ κι αὐτὲς τὶς ἀπόκρυφες σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, πολὺ περισσότερο δὲν γνώριζε γιὰ ποιό σκοπὸ εἶχαν ἔλθει αὐτοί, ποὺ κουβαλοῦσαν τὸν δύστυχο ἐκεῖνο παράλυτο; Δὲν ἄκουσε τὶς φωνές τους νὰ τοὺς ἀνοίξουν δρόμο νὰ περάσουν; Δὲν μποροῦσε νὰ προστάξει νὰ γίνει τοῦτο; Ναί, τὰ ἤξερε καὶ τὰ ἄκουγε, ἀλλὰ σιωπᾶ. Κι ἔπειτα, ὅταν ἔβγαιναν πάνω στὴ στέγη μὲ κίνδυνο πρῶτα τοῦ παραλύτου, εἶναι φανερό, πὼς καὶ σκάλες ἔμπαιναν καὶ σχοινιὰ ἁπλώνονταν καὶ ξύλα καὶ κτύποι καὶ φωνὲς ἀκούγονταν. Κι ὅμως, πάλιν ὁ Ἰησοῦς σιωπᾶ. Κι ὅταν τέλος πάντων βγῆκαν πάνω στὴ σκέπη καὶ ἄρχισαν νὰ τὴν ἀποστεγάζουν καὶ νὰ κατεβάζουν τὸν παράλυτο, πάλιν γίνονται κτύποι βαρύτεροι καὶ φωνὲς ἰσχυρότερες, ὅσες ἀκούγονται ὅταν ἄνθρωποι κατεβάζουν ἀπὸ ψηλὸ τόπο μεγάλο βάρος. Ὅλα αὐτὰ ἀσφαλέστατα καὶ ἔβλεπε καὶ ἄκουγε ὁ Δεσπότης Χριστός, ἀλλ᾿ ἐσιώπα. Τότε μόνον ἄνοιξε τὸ ἄχραντο στόμα Του καὶ ὁμίλησε, ὅταν εἶδε μπροστά Του τὸν παράλυτο κατακείμενο. Τότε μόνον ἐξεφώνησε: «Παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες», κι ἔπειτα «Σ᾽ ἐσένα λέγω, σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε ὑγιὴς στὸ σπίτι σου». Γιατί ὅμως ἐνήργησε ἔτσι ὁ φιλάνθρωπος Κύριος; Τοῦτο, ἀδελφοί μου Χριστιανοί, εἶναι μάθημα ἅγιο, πρόξενο μεγάλης ψυχικῆς ὠφέλειας. Μ᾿ αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος ὅτι τότε αὐτὸς ἐκπληρώνει τὰ αἰτήματά μας καὶ μᾶς προφθάνει στὶς ποικίλες ἀνάγκες καὶ περιστάσεις, ὅταν δώσουμε ἐξετάσεις πίστης καὶ ἀγάπης θερμῆς  σ᾿ Αὐτόν, κι ὅταν πρῶτα πράξουμε ὅ,τι εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ κάνουμε σὲ μία περίσταση. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε κάνει ὁ παράλυτος. Κι ὄχι μόνο αὐτός, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν μετέφεραν ἐκεῖ. Γι᾿ αὐτό, ἂς προσέξουμε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο: «Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν», δηλαδὴ ὅλων, καὶ τοῦ παραλύτου καὶ τῶν μεταφορέων του. Καί, ποιό τὸ ἀποτέλεσμα; Πῶς ἀντάμειψε ὁ Κύριος τούτη τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη; Συγχώρησε πρῶτα τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀσθενῆ, γιὰ τὶς ὁποῖες φαίνεται ὅτι ἐπέτρεψε νὰ πάσχει. Καί, ὕστερα, τοῦ δώρησε καὶ τὴν πλήρη ὑγεία τοῦ σώματος. Αὐτός, ποὺ τὸν ἔπαιρναν οἱ τέσσερεις, ἐν ριπῇ χρόνου σηκώθηκε ἐπάνω καί, τόσο γερὸς αἰσθάνθηκε, ποὺ σήκωσε μόνος του καὶ τὸ ξυλοκρέββατό του καὶ ἐπέστρεψε χαρούμενος καὶ δοξάζοντας τὸν Θεὸ στὸ σπίτι του!

Ἀδελφοί μου, ἂς σταθοῦμε λίγο καὶ στοὺς τέσσερεις μεταφορεῖς τοῦ παραλύτου. Τὸ πρῶτο ποὺ παρατηροῦμε εἶναι ὅτι τοὺς ἐμπνέει ἡ ἀγάπη. Ὕστερα, ἡ τόλμη τῆς ἀγάπης, ποὺ γίνεται ἐφευρηματική, ὅταν χρειάστηκε νὰ κατεβάσουν τὸν ἄρρωστό τους ἀπὸ τὴ στέγη. Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνα τρίτο σπουδαῖο στοιχεῖο στὴ στάση τους, τὸ θεμέλιο θὰ λέγαμε τῆς ἀγάπης τους. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ πίστη, ἡ θερμὴ πίστη στὸν Θεό, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ ἐλπίζουν καὶ νὰ μὴν ὑποχωροῦν σ᾿ ὅποιο ἐμπόδιο, ὅτι ὁ Κύριος μποροῦσε ἐκεῖνο τὸν ἄταφο νεκρό, ποὺ κουβαλοῦσαν, νὰ τὸν κάνει ὑγιή. Καὶ ἡ πίστη καὶ ἀγάπη τους ἀμείφθηκε πλούσια! Ἡ στάση τούτων τῶν τεσσάρων ἀγνώστων ἐναρέτων ἀνδρῶν, ποὺ τὴν ἐμπνέει ἡ πίστη καὶ καθοδηγεῖ ἡ ἀγάπη, πρέπει νὰ ἀποτελέσουν ὑπόδειγμα πρὸς μίμηση καὶ σ᾿ ἐμᾶς, μπροστὰ στὶς τόσες ἀνάγκες καὶ προκλήσεις τῆς ἐποχῆς μας. Ἂς ὑπενθυμίσουμε μερικὲς ἀπ᾿ αὐτές: Ἄρρωστοι ξεχασμένοι σὲ νοσοκομεῖα καὶ διάφορα ἱδρύματα. Ἄνθρωποι, ποὺ πέρα ἀπὸ τὸν σωματικό τους πόνο, τοὺς βασανίζει ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἐγκατάλειψη. Ποὺ νοιώθουν, πὼς τοὺς ἔχουν ξεχάσει οἱ πάντες. Ἀκόμη, ἄνθρωποι ἀνήμποροι ἢ ἀνάπηροι, ποὺ περνοῦν τὴ ζωή τους σὲ ἀναπηρικὸ καροτσάκι ἢ κλεισμένοι στοὺς τέσσερεις τοίχους ἑνὸς δωματίου. Θέλουν κι αὐτοὶ κάποιο νὰ τοὺς πάρει μιὰ βόλτα. Νὰ τοὺς μεταφέρει στὴν Ἐκκλησία. Ἔχουν τὶς ἄλλες ἀνάγκες τους. Κι ἄλλοι, ποὺ εἶναι κατάκοιτοι, κι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ λίγη περιποίηση, κουβέντα, συντροφιά. Μπροστὰ σ᾿ αὐτοὺς ἔχουμε ὁ καθένας τὶς εὐθύνες μας, τὴν εὐθύνη τῆς ἀγάπης, τῆς μαρτυρίας Χριστοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐργασθοῦμε, νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, διερχόμαστε ὡς ἔθνος, ὡς κράτος, ὧρες δύσκολες, δοκιμασίες μεγάλες, τὶς ὁποῖες ἀσφαλῶς ἐπέτρεψε ἡ πατρικὴ Πρόνοια, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ καλό μας, γιὰ τὴ σωτηρία μας. Διότι ὅλοι μας, «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν» ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ παραβήκαμε ποικιλότροπα τὸ ἅγιό Του θέλημα. Καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι ἡ ἄλλη ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔλθουμε σὲ συναίσθηση, σὲ μετάνοια, σὲ διόρθωση. Διερχόμαστε μία κατεξοχὴν περίοδο μετανοίας, τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἂς τὴν ἐκμεταλλευθοῦμε πνευματικά. Ὁ Θεός, ὅπως εἴδαμε, δὲν θέλει λόγια. Θέλει ἔργα. Ἔργα μετάνοιας, ταπείνωσης, ἐξομολόγησης, ἔργα ἀγάπης στοὺς ποικιλότροπα πάσχοντες καὶ στερημένους ἐμπερίστατους ἀδελφούς, ποὺ συνεχῶς, φαίνεται, θὰ αὐξάνονται. Ἂς δώσουμε χεῖρα βοηθείας σ᾿ ὅποιον τὴ χρειάζεται. Κι ἂν μαζὶ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη σμίξουμε τὰ ἔργα τῆς μετάνοιας, νὰ εἴμαστε βέβαιοι, πὼς θὰ ἔλθει πλούσιο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ πάλιν στὸν τόπο μας. Πάντοτε νὰ ἐλπίζουμε. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ νὰ διέλθουμε εἰρηνικὰ καὶ στὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη νὰ εἰσέλθουμε, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!